Σάββατο, 1 Ιανουαρίου 2011

Πρωτοχρονιάτικο όνειρο!


Αγαπητό μου παιδί

Αν και δεν επέρασαν μέρες πολλές από το γράμμα μου, σου ξαναγράφω για να σε πω τα καθέκαστα που μ'έχουν κάνει άνω-κάτου και δεν ξεύρω τι να κάμω..
Αν εσύ ήσουν εδώ, αν ήσουνα κοντά μου, θ'αξερες περσσότερα να μας επείς ιντα να πράξομε μπρος σ'αυτήν την παραξενιά της φύσης. Βλέπεις οταν γερνάει ο άνθρωπος νομίζει οτι τα ξέρει ούλα μαθές, αλλά δεν είναι ετσεδά. Στις συμβουλές είμαστε πρώτοι και καλύτεροι και οταν έρθει η ώρα, μια ανάγκη δηλαδή να τα κάνομε πράξη, σηκώνομε τα χέρια ψηλά και παρακαλάμε τον ύψιστο να μας εδώσει ένα χεράκι.
Τι να σου πρωτοκάνει ο έρμος; Εχει να κουμαντάρει ολάκερο το σύμπαν με τα'στέρια του και τα παραστέρια του, κι'αν έχει κι'άλλα σύμπαντα όπως λέει η τηλεόραση, βράσε ρύζι, εμάς θα ξανοίει;

Για να μην λέω πολλά λόγια, την Μαρουλώ τη θυμάσαι ε;
Εκείνη την ξερακιανή του Μαθιού τη θυγατέρα, εκείνη πόχε το λαιμό της σαν του λέλεκα και την μύτη αετίσια όπως την ανασήκωνε για να μιλήσει μια και η λαλιά της ήτονε κομματάκι δύσκολο να βγεί από το στόμα της...
Ήσουνα μικρός βέβαια οταν έφυγες μακριά μας και μπορεί να μην την εθυμάσαι.
Αλλά για βάλε με το νου σου την αυλή του Αθανά που εκαθόμαστε τις αποσπερίδες και μας εκέρναγε εκείνο το πράμα που ήλεγε οτι ήτονε.. κρασί! Εκείνο το γλυκερό το μαυριδερό, εκείνο που οταν τόπινες ενόμιζες οτι κατεβάζεις ένα ταψί μελόπιτα αλλά πολυκερισμένη.. Τέλος πάντων! Αλλο μαθές θέλω να σε πω και τα μπερδεύω κατά το συνήθιό μου, συμπάθαμε με γιέ,μ..

Ε λοιπόν από κει, από το αυλιδάκι ντε του Αθανά, άμα εκοίταζες προς το ηλιοβασίλεμα, τι ήβλεπες;
Μα το χωριό του συχωρεμένου του Μαθιού δεν ήβλεπες;
Ε εκεί μέσα δεν εγινήκανε ούλα;
Ούλα;
Θα μου πεις και συ ποια ούλα;
Να, εκεί μέσα ήτονε που ο Μαθιός εκουβάλησε μια νύχτα του 50 την Ανουσώ του Ζαννή την θυγατέρα! Την ήκλεψε μαθές. Δεν τον ερεγότουσαν οι γονιοί τσι και ο Μαθιός που ήτονε από μικρός πεισματάρης σαν γαδουρομούλαρο, τόπε και τόκανε. Επήε ίσα πάνω στον ανήφορο του Κούνουπα εκείνη τη νύχτα του Φλεβάρη, μες'τον χιονιά και με'να Γρέγο που ήφερνε τα φρύανα από βορνά στη χώρα και την επήρε. Τηνεφόρτωσε στην πλάτη εξ' άρχής - της τόχε τάξει - και κατόπι στον γάίδαρό του, εκείνο το μαύρο τον κοντοστούπη..

Για να μη λέω πολλά λόγια, την ξεκουβάλησε εδώ κοντά στις γέροι του και τα υπόλοιπα εγίνανε στο πι και φι..Την εγκάστρωσε - με το ζόρι μαθές, έτσι ελέανε - και εβγήκε το Μαρουλώ!
Λόγω - λέει - που ήτονε η "πράξη" χωρίς την ευλογία του παπα-Γιόρη, το Μαρουλώ εβγήκε ασούμπαλο, σαν να ήθελε να του το θυμίζει του Μαθιού.
Εθυμούμαι οτι λόγω της "κοψιάς" της δεν ήβρισκε ησυχία στο σχολιό. Εγώ σα μεγαλύτερος ολο την αλαργάριζα γιατί από τότε μου είχε γίνει κολτσίδα. Με έπαιρνε στο κατόπιν και άκουγα τα σχολιανά μου από τις καμαράδοι μου.
Ήτονε ψηλότερη από λόγου μου, αλλά και από τσι άλλοι.
Η μούρη της αλοόφερνε και τα κανιά της ήτονε τόνα στο ηλιόβγαλμα και τάλλο κατά τις δήλες..
Θα ξέρεις οτι έμεινε η κακόμοιρη έτσεδά, μονάχη κι'άκληρη.
Κανείς δεν ήθελε να βάλει σκιάχτρο μεσ'στο χωριό του..

Ε.. ευτούνη ήτονε στ'όνειρό μου τα χθες..
Ήρθενε - λέει - στο χωριό, βεγγέρα τάχατες, ένεκα παραμονή πρωτοχρονιάς μαθέ, κι κουβαλούσε ένα καλάθι ίσαμε πάνου πράματα!
Σαν τον Άη-Βασίλη, μόνη που ήτονε σε θηλυκό - λέμε τώρα - ήρθενε ρουβέρα κι'απίθωσε τη καλαθούνα στο κατώι μ'ένα χαμόγελο που ήκανε τη φάτσα της πιο γλυκειά, πιο αγαπητική σαν να λέμε, δεν ξεύρω πως να στο πω, συχόρνα με.
Εγώ εκοίτουμε σαν χαζό και δεν ήξευρα τι να τις επώ. Ήσκηψε γιόκα'μ τότες και μεφίληνε στο στόμα! Ναι εκεί που γυναίκα έχει να τα΄γγίξει από χρόνια.
Είχε μια γλύκα το φιλί της ανείπωτη..
Ανατρίχιασα παιδί μου!
Μούλειψε το χάδι να σε πω;
Δεν ξέρω..
Τηνε ξάνοια - λέει - και ήτονε ωραία γιόκα'μ! Στ'αλήθεια.. Είχε μια καλοσύνη το βλέμμα της που όμοιό του δεν έχω ματαδιεί.
Θάμμα θα με πεις;
Μπορεί!

Και τι έκανα τότες που λες;
Θα σε πω την πάσα αλήθεια και οτι θες πράξε..
Βρίσε με, στόλισέ με αλλά εγώ την μοναξιά δεν την αντέχω άλλο!
Πέρασαν τόσα χρόνια που μας άφησε χρόνους η συχωρεμένη η μάνα σου. Φτάνει πια.
Κι'εκείνη ακόμη δεν θ'αχε παράπονο αν μπόριενε να το πει..

Είπα λοιπόν - λέει - στο Μαρουλιώ ν'άρχεται όποτε θέλει, με καλάθι ή μ'άδεια χέρια. Όπως θέλει. Να τα λέμε έτσι σιμά όπως χθες μπροστά στη φωτιά που δυνάμωνε στα πόδια μας θαρρείς από μονάχη της.
Να τα βάλουμε κάτω και να τα λογαριάσουμε. Να πούμε οτι έχομε μέσα μας κρυμμένα ολα τα χρόνια της μοναξιάς.
Και θα διούμε που θα μας επάει ετούτη η κουζουλάδα..

Σου τα'πα και αμαρτία δεν έχω!
Έτσε δα όπως εγινήκανε, στ'όνειρό μου μαθές
Ας γίνει το θέλημά Του..

3 σχόλια:

lingistis είπε...

Εύχομαι σε όλους Καλή Χρονιά και ευτυχισμένο το νέο έτος !!!

Γιώργος Βασιλείου είπε...

Πολλές ευχές για καλή χρονιά, με υγεία, ευτυχία και δημιουργικότητα!

bees-spell είπε...

Χρόνια πολλά και
ευτυχισμένο το νέο έτος !!!