Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2011

Στη ξενιτιά....


Κατι ο Θοδώσης με την συγκηνητική του ιστορία Η Kερασιά του Κωνσταντή, κάτι ένα ποστ σε άλλο μπλοκ που διαβάζω με θέμα την Ξενιτιά, με έφιαξαν τόσο όσο να πάω να ψάξω λίγο με τον γούγλη για την μετανάστευση στο Αμέρικα και με την φόρα που είχα έστησα το παρακάτω:

“Στη ξενιτιά”

Ίσα που προλάβαμε το μπάρκο.
Κρατούσαμε ο ένας τον άλλο σφιχτά πότε από τον ώμο και πότε αλλά μπρατσέτα και κουτρουβαλούσαμε τον κατήφορο της Δραπετσώνας ως τα λεμονάδικα. Μεθοκοπάγαμε ως την τελευταία ώρα, ποιός ξέρει αν θα ξαναβλέπαμε τον Περαία μας..
Το “Γιάννενα” σφύριζε με κείνη τη μπασάρικη μπουρού και ο μαύρος καπνός που έβγαινε απ’το φουγάρο υψώνονταν κι’άπλωνε σκεπάζοντας το γαλανό πάνω απ’τις παράγκες μας. Ο Φώτης γελούσε δυνατά με το χάλι μας, ενώ εγώ τον ρώτουμε συνέχεια για τα λεφτά. Τα 25 δολάρια που ήταν το “διαβατήριό” μας για την ξενιτιά τάχα ράψει με διπλό πανί στη μέσα τσέπη του σακακκιού και ήξερα οτι η χήρα μάνα του Φώτη είχε κάνει το ίδιο.

Ο πράκτορας που μας είχε κάνει τα συμβόλαια μας περίμενε στη σκάλα όλο νεύρα και μας άρχισε στις χριστοπαναγίες. Τούπα και γω κανα δυό του πούστη που για να βγάνει τα εισιτήρια, μας ήβαλε να υπογράψουμε το χαρτί για δύο χρόνια “σκλάβοι” στα κοτοπουλάδικα χωρίς μισθό και μετά χωθήκαμε σαν χαμένοι κάτω στο “κάτεργο”.

Η τρίτη θέση που μας ήβαλε ήταν για τους αδέκαρους μετανάστες που στοιβάζονταν σαν πακέτα μέσα στη βρώμα. Ψειριάσαμε από την πρώτη μέρα και ο Φώτης κιτρίνισε σαν φλουρί με το πρώτο κύμα. Η βρώμα από τα ξερατά τριγύρω έκανε τα πράματα χειρότερα και γω τα χρειάστηκα με την όψη του φίλου μου. Είχα ορκιστεί στη χαροκαμένη μάνα του να τον προσέχω. Ήταν ανέμελος ο Φώτης και ήμουνα σίγουρος οτι κάπου θα μπλέκαμε με την αδιαφορία του για οτιδήποτε είχε σχέση με το αύριο. Για την ώρα όμως η θάλασσα και η μπόχα είχαν αναλάβει να τον κρατάνε ήσυχο.

Για “διαμονή” μας είχαν βάλει σε δυο φέρετρα, έτσι τά’λεγε ο κακόμοιρος ο Φώτης τα ξύλινα κρεβάτια που στο τριόροφο το ύψος μεταξύ τους δεν ξεπερνούσε τους 70 πόντους. Όλα εκεί τα κάναμε, πλύσιμο, ντύσιμο, φαΐ και να βολέψουμε τους μπόγους μας. Οχι οτι οι γυναίκες ήταν ξέχωρα. Με τα ρούχα τους έφιαναν ένα μπερντέ για τα λιμασμένα μας μάτια.

Στις ρεκλάμες των πρακτορείων για τους μετανάστες το φαγητό περιγραφόταν ως υγιεινό και θρεπτικό. Εκεί είδαμε όμως οτι σχεδόν δεν τρωγόταν. Συνήθως το μισό φαγητό που ετοιμαζόταν για τους μετανάστες κατέληγε στα ψάρια του ωκεανού. Εμείς λεφτά για την “καντίνα” δεν είχαμε, αλλά απ’ότι μάθαμε το φαγητό και από κει ήταν το ίδιο και χειρότερο κι’έτσι κάναμε υπομονή για τις τρεις βδομάδες της Οδύσσειας. Εγώ δηλαδή επείνασα, οχι όμως ο Φώτης γιατί την περισσότερη ώρα ήταν στη κουπαστή και ξερνοβόλαγε. Τι έβγαζε ήταν η απορία όλων μας εκεί… Την παραμονή της άφιξης στο Αμέρικα, μας έδωσαν να φάμε καλό φαΐ για νάμαστε λέει σε φόρμα για τους γιατρούς.

Πλεύρισε το καράβι στο λιμάνι μια ζεστή μέρα του Ιούνη του 17. Το λιμάνι πατωμένο, το τελωνείο ήταν πλεούμενο απάνω στα νερά. Ήρθε το υγειονομικό και ο γιατρός άρχισε να εξετάζει έναν, έναν βιαστικά με μια ματιά και λίγο ψαχούλεμα. Όσους έβρισκε καλά τους έδινε μια κάρτα με την λέξη “ΟΡΑΪΤ” στ’αμερικάνικα με μπλε μολύβι. Μούδωσε κι’εμένα μια με μπλε και την έχωσα στα σβέλτα στην μέσα τσέπη μου.

Στεκόμασταν σούζα στις γραμμές σαν φαντάροι και τρέμαμε από την αγωνία. Όσοι ήταν άρρωστοι έπαιρναν μια κάρτα με την λέξη “ΣΙΚ” με κόκκινο μολύβι. Κανείς με κόκκινο δεν έπρεπε να αποβιβαστεί στο χώμα σύντομα. Θα τους έβαζαν σε καραντίνα και θα ξαναπέρναγαν από γιατρούς την άλλη μέρα ή το πολύ σε δυο μέρες. Αν ήταν άκομη άρρωστοι σε τρεις μέρες θα τους ξανακοίταζε μια επιτροπή, ανώτερη! Αν και τότε δεν τους έβρισκαν εντάξει, τότε θα γύριζαν πίσω στη χώρα τους με το ίδιο πλοίο.

Η καραντίνα όπως μας έλεγαν ήταν κάτι μπουντρούμια πολύ χειρότερα από το “κάτεργο” του πλοίου. Ο Φώτης δεν είχε καταφέρει να χωθεί δίπλα μου και στεκόταν παραπέρα σε καμιά δεκαριά νομάτους απόσταση. Του έριξα μια ματιά καθώς ο γιατρός τούδινε την κάρτα του. Ο Φώτης λύγισε και γω κατάλαβα οτι πήρε κόκκινο.
Τώρα;
Περιθώρια για κουβέντες δεν είχαμε. Μας έβγαλαν τους “μπλε” στοίβες στη στεριά και μας φόρτωσαν στις μαούνες. Σε δέκα περίπου λεφτά είχαμε φτάσει στο νησί. Το έλεγαν “Ελης Αϊλαντ”, το νησί των δακρύων λέει, αυτό που οι Έλληνες μετανάστες το ήξεραν ως «Καστιγγάρι».
Είχα μείνει χωρίς ανάσα. Τι θα έκανα με το φίλο μου;
Θα τον άφηνα στη τύχη του;
Δεν θα τα κατάφερνε χωρίς εμένα ρε γαμώ την τύχη μου.
Ούτε ένα γειά δεν είπαμε.
Η ψυχή επήγε στη Κούλουρη!

Εκεί στο νησί μας άρχισαν στις σοβαρές εξετάσεις. Μας έβαζαν να βαδίζουμε στη γραμμή και κάποιοι με καπέλα από ένα ξύλινο εξώστη έβλεπαν αν εκούτσενε κανείς. Όσοι επέρναγαν κι απ’αυτό, την άλλη μέρα θα περνάγαμε το τελικό ξεσκαρτάρισμα από γιατρούς πάλι και μετά από την εξέταση από έναν επόπτη φρονημάτων.
Το βράδυ ήρθε ένας Έλληνας διερμηνέας ο Μίλτος ο Ρήγος. Θα μας εξηγούσε τις ερωτήσεις του και θα μίλαγε στην επιτροπή για το τι πιστεύαμε. Καλός άνθρωπος μου φάνηκε και βάλθηκα να τον ψήσω να έχει το νου του να μάθει κάτι για τον Φώτη. Μου ζήτησε λεφτά ο πούστης όμως, εγώ δεν είχα λέπι και έτσι έμεινα με την αγωνία.

Βιαζόμουνα τώρα να περάσω. Έλεγα οτι θα προλάβαινα να τον βρώ. Δεν είχα κανένα πρόβλημα με τους γιατρούς και τους επόπτες. Ήμουνα τότε γεροδεμένος και ψηλός σαν τους αμερικάνους. Δούλευα στα βαπόρια του ντόκου εργάτης φορτωτής και κουβαλούσα με ευκολία τρία – τρία τα σακιά. Το ταξίδι με τσαλάκωσε λιγάκι αλλά η έννοια μου για τον Φώτη μούδωκε φτερά και έκανα πιο πολλά απ’οτι μου ζητούσαν.
Ενας αξιωματικός με έβαλε στο μάτι και είπε κάτι στον Μίλτο. Ο διερμηνέας μου το μετάφερε με μούτρα ξινισμένα.
“Αυτός σε θέλει για τον στρατό” μου είπε, “Εργάτη στο στρατόπεδο”. Είδα την ευκαιρία και του έγνεψα ναι, παρ’όλο που ήξερα οτι για να σπάσω το “χαρτί” για την δουλειά που υπόγραψα θα χρειαζόμουνε πολλά λεφτά. Ο “αντζέντης” μας περίμενε έξω στο μώλο του Μανχάταν, να περάσουμε τις εξετάσεις να μας πάρει για το εργοστάσιο. Ο Μίλτος κανόνισε να βρώ τον αξιωματικό έξω στο ντόκο και γω άρχισα να κάνω όνειρα. Δεν μπορεί, θα μας βοήθαγε ο καραβανάς. Θάχε το μέσο στους γιατρούς να περάσουν τον Φώτη. Οι μέρες πέρασαν αργά με βάσανα, πήρα το Οκ και μας έβγαλαν με τη λάτζα στη στεριά ένα απόγευμα. Ο ήλιος μόλις είχε χαθεί και οι δρόμοι ήταν σαν μέρα από τα φώτα κι’όλας.

Είχα κανονίσει να πάω να βρώ τον καραβανά σε μια ταβέρνα εκεί κοντά που είχε λέει Ιταλό μάγερα. Θα τρώγαμε μου είπε πολύ καλά, κατόπιν θα πηγαίναμε μαζί με άλλους που είχε διαλέξει στο στρατόπεδο και την άλλη μέρα θα υπογράφαμε τα συμβόλαια. Καλά και άγια όλα αυτά, αλλά εγώ είχα μόνο τον φίλο μου να σκεφτώ.

Δεν μπορεί, ο Θεός των Ελλήνων θα με άκουσε ως φαίνεται και δεν περπάτησα ούτε εκατό μέτρα στο ντόκο όταν άκουσα τη φωνή του Φώτη να ουρλιάζει, “Που είσουνε ρε μαλάκα”; Την ίδια ώρα τον είδα να τρέχει με φόρα πάνω μου. Πέταξε το βρωμερό το σακάκι χάμω και αγκαλιαστήκαμε σαν παιδιά. Αφού ηρεμήσαμε λίγο άρχισε να μου μουρμουρίζει την περιπέτειά του. Σκαστός ήτανε πλέον και έπρεπε να κρυφτούμε να μην τον πιάσουν. Δεν είχε την υπομονή να τον ξαναδούν. Ετσι ήταν από πάντα ο Φώτης. Εκανε το δικό του και στ’αρχίδια του!

“Μόλις μας έβγαλαν απάνω άρχισε ο νους μου να γυρίζει. Να με γυρίσουν πίσω αποκλείεται είπα. Σκεπτόμουν να το σκάσω. Με τη σκούφια, τα παπούτσια λυτά, το πανωφόρι στον ώμο, είπα να μπω σε μια βάρκα να κρυφτώ τη νύχτα, στη σκιά του πλοίου να πέσω στο νερό. Φοβήθηκα μην πνιγώ δεν το ‘βρισκα καλό. Αποφάσισα να κάνω τον κόπο να κατέβω απ΄ τη σκάλα. Βάζω τα χέρια πίσω. Κατεβαίνω μπροστά στους κλητήρες. Μπαίνω τάχα για το νερό μου, βρίσκω μια πόρτα, άλλοι κλητήρες μέσα δεν δώσαν σημασία. Στρίβω δεξιά, τραβάω κάτι διαδρόμους, βλέπω γυαλί και απόξω κόσμο να περνάει. Βγαίνω όξω και δεν το πίστευα. Ήμουν στην πόλη χωρίς να μου μιλήσει κανείς! Κρύφτηκα κάτω από το γερανό που είναι στην άλλη άκρη του μώλου κι’ ερχόμουνα κάθε μέρα εδώ που βγάζουν τους ανθρώπους οι λάτζες για να σε δώ!”

Εκείνα τα λόγια του φίλου μου δεν θα τα ξεχάσω ποτέ. Η χαρά που πήρα μ’έκανε να ξεχάσω όλη την τυραννία του ταξιδιού.
Μείναμε μαζί για δυό χρόνια “δεμένοι” με το συμβόλαιο σκλάβοι στο κοτοπουλάδικο.
Μετά χαθήκαμε!
Πήρε ο καθένας τον δρόμο που είχε χαράξει η μοίρα του.

Zeppos

2 σχόλια:

Θεοδόσης Κατσαρός είπε...

Ζέπο καλημέρα!
Η ιστορία σου έχει αληθοφάνεια 100%. Αυτά που γράφεις είναι λίγα από τα δεινά που τράβηξαν οι πρόγονοι μας που μετανάστευσαν στην Αμέρικα.
Την πολύ ωραία ανάρτηση σου την βάζω ως συνέχεια στην ιστορία του Κωνσταντή.
Σ’ ευχαριστώ πολύ.

ΥΓ Φέρνεις μέρος ευθύνης για τις αναρτήσεις μου, γιατί εσύ ήσουν η αιτία που έστησα αυτή τη σελίδα.

zepos είπε...

Αναλαμβάνω πλήρως την ευθύνη Θοδώση!
Εκανα διάνα όταν σου έστησα το μπλοκ, γιατί σήμερα έχουμε να διαβάζουμε τις σκέψεις ενός έξυπνου, ευαίσθητου και γενναιόδωρου δάσκαλου σε όλα! Την εποχή μας αυτά είναι σπάνια χαρίσματα και σε ευχαριστούμε!